Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

Πολυχρόνης Λεμπέσης -Τραγικότητα χωρίς μύθο.



Προσωπογραφία Κοριτσιού
 Στη ρομαντική Αθήνα του 1910 έχουν αρχίσει οι καλλιτεχνικές διαμάχες. Η Έκθεση του Ζαππείου, πρόδρομος της σημερινής Πανελληνίου, βάλλεται από παντού. Παράπονα για την προβολή όχι των αξίων, αλλά των  επιτηδείων. Ο Λεμπέσης είναι μέλος της στην Επιτροπή, αλλά δεν εκθέτει ο ίδιος. Αποτραβιέται πια οριστικά. Μένει στο κελί του στη Σαλαμίνα χωρίς σχεδόν δουλειά ή στο σπιτάκι του στο Θησείο, όπου, γερασμένος πρόωρα περνάει τις ώρες του στα μικρά καφενεδάκια της γραφικής αλλά παράμερης πλατείας.

Εκεί τον «ανακάλυψε» στα 1911 ο Παύλος Νιρβάνας. Τα μαλλιά τού Λεμπέση είναι άσπρα. Πίνει τον καφέ του το δειλινό με κάνα-δύο απλοϊκούς γείτονες. «Κανένας δεν μαντεύει ποιος είναι», σχολιάζει ο Νιρβάνας, που τον ρωτάει: «Ζεις Λεμπέση;» -- «Ζω» [...] —Και τι κάνεις τώρα; --Αγιογραφίες! Όταν μου το επιτρέπουν, εννοείται, οι καλόγεροι του Αγίου Όρους. Όταν περισσέψει δουλειά απ΄αυτούς, παίρνω κι’ εγώ! [1]

Έτσι σιγοσβήνει, άγνωστος, φτωχός, μονάχος ο Λεμπέσης στα 1913. «Απέθανεν ένας των ικανοτέρων ζωγράφων μας, ο Πολυχρόνης Λεμπέσης», σύμφωνα με δημοσίευμα της εποχής «… περί του εκλιπόντος εν αφανεία αλλά και εν αφανεία ζήσαντος καλλιτέχνου» [2].


Αυτοπροσωπογραφία
(1848 -1913)

 Για να βρεθούν χρήματα για την κηδεία του πουλήθηκαν στην αγορά του Πειραιά, σ΄ένα ψαρά και σ΄έναν μπακάλη, όσα έργα του υπήρχαν στο εργαστήρι για 2 ή 5 δραχμές το καθένα. Συνολικά συγκεντρώθηκαν εξήντα δραχμές. Η είδηση του θανάτου του μόλις δημοσιεύτηκε στα ψιλά κάποιας πειραι-ώτικης εφημερίδας και στα δύο καλλιτεχνικά περιοδικά της εποχής [3]. Είναι άλλωστε η εποχή των θριαμβικών αγώνων της Ελλάδας στους Βαλκανικούς πολέμους και δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για θλίψη για το ζωγράφο που πάντα έζησε «έξω από τους κύκλους των αγώνων και των προστριβών των ομοτέχνων του – αντιτέχνων θα έλεγε ο Λουκιανός [4]- μακρυά από τα χαλκεία της εφήμερης φήμης που είναι τα δημοσιογραφικά γραφεία.
Ο Λεμπέσης, ο σιωπηλός, ασκητικός και σεμνός ζωγράφος, πέρασε τη ζωή του μακριά από τη διαμάχη για την πρόσκαιρη δόξα και τον εύκολο πλουτισμό. Με επίγνωση της αξίας του, αλλά ταπεινός και από ένα σημείο και πέρα αποτραβηγμένος, θυμίζει πολύ τον άλλο «Κοσμοκαλόγερο», τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Λέγεται, πάντως, ότι η εχθρική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε εναντίον του οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο Νικηφόρο Λύτρα. Διάφορες ιστορίες, που ίσως δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, δίνουν κάποια ιδέα της ατμόσφαιρας αυτής. Κάποτε ο Φερδινάνδος Σερπιέρης [5] κάλεσε τον Λεμπέση να του κάνει ένα πορτρέτο (ανήκει σήμερα στη Συλλογή Ε. Κουτλίδη). Ο Λεμπέσης ζήτησε και πήρε για το έργο 2800 δραχμές. Ζωγράφισε το Σερπιέρη όπως ακριβώς ήταν, αρκετά παχύ και ογκώδη. Ο Σπερπιέρης έδειξε στο Λύτρα το πορτρέτο του για να κρίνει τη δουλειά του νεοφερμένου ζωγράφου. Ο Λύτρας παρατήρησε ότι ήταν μεν καλό αλλά δεν είχε τίποτε το καλλιτεχνικό. Την κρίση αυτή, που κολάκευε τον εικονιζόμενο, μετέφερε ο Σερπιέρης στο Λεμπέση. Ο Λεμπέσης θύμωσε, έδωσε πίσω στο Σερπιέρη τα λεφτά, πήρε το πορτρέτο, το έκοψε και το έκανε μικρότερο. Ας σημειωθεί ότι το έργο αυτό είναι ένα από τα καλύτερα πορτρέτα της νεοελληνικής τέχνης και ορισμένοι κριτικοί βρίσκουν ότι έχει αναλογίες με την ΑΥΤΟ-ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ του Σεζάν.

Ο Λεμπέσης ήταν ένας από τους ελάχιστους σπουδασμένους στην Ευρώπη ζωγράφους που κάνουν αγιογραφίες. Συνήθως πιστεύεται ότι η ανάγκη τον έκαμε αγιογράφο με το δυσάρεστο αποτέλεσμα να περιορίσει την άλλη ζωγραφική του και στο τέλος σχεδόν να την εγκαταλείψει. Ζωγράφισε, μεταξύ άλλων, τη Γέννηση στη Εκκλησία Εισοδίων της Θεοτόκου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας και την ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ (όπου διακρίνονται η λιτότητα, η σεμνότητα της βρεφοκρατούσας Παναγίας) και η παρθενική αβρότητα των δυο αγγέλων που την περιστοιχίζουν με την ωραία πτυχολογία τους.

  Το 1973 επισκευάστηκε με μεγαλύ-τερο σεβασμό η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ του Αγίου Γεωργίου Καρύτση από ότι  στους Αγίους Θεοδώρους του Α΄Νεκροταφείου.
 Η δε ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ του Αγίου Κωνσταντίνου στον Πειραιά κατα-στράφηκε από ποτάσα. Οι επίτροποι του Ναού ανέθεσαν σ΄ένα δήθεν ειδήμονα.. χρυσοχόον να καθαρίσει την τοιχογραφία. Ο ειδήμων πήρε ποτάσαν και έπλυνε την εικόνα σαν να ήτο το πάτωμα του σπιτιού του και έπειτα την εβερνίκωσεν. Δια τον κόπον του επληρώθη μόνον εικοσιπέντε δραχμάς.
«Στα γελαστά ακρογιάλια και στις ήρεμες πευκόφυτες πλαγιές της Σαλαμίνας, κοντά στο κοπάδι του πατέρα του πέρασε τα πρώτα χρόνια του ο μικρός Πολυχρόνης. Όχι λιγότερο αποφασιστικό ρόλο έπαιξε στα πρώτα βήματά του και το μεγάλο προσκύνημα του νησιού του, το μοναστήρι της Φανερωμένης, που ήταν τότε  ανδρικό μοναστήρι με μεγάλη ακτινοβολία.. Κάπου εκατό χρόνια νωρίτερα (1735) ο τελευταίος αξιόλογος τεχνίτης της βυζαντινής παράδοσης, ο Γεώργιος Μάρκου από το Άργος, είχε ιστορήσει στους τοίχους του καθολικού χιλιάδες μορφές αγίων αποθησαυ-ρίζοντας σ΄αυτό ολάκερη σχεδόν την ορθόδοξη εικονογραφία». Νίκος Ζίας.
«Μια μέρα η μάνα του Πολυχρόνη γέμισε ένα καλάθι με βρουβοβλάσταρα, αυγά, χταπόδι και πλατέστι (λαδόπιτα άζυμη), έβαλε στο ταγάρι της τις αλλαξιές του γιου της κι ανέβηκε στην Αθήνα. Από το Πέραμα μέχρι τη χώρα ποδαρόδρομο κουράστηκε και κάθισε στα σκαλοπάτια του σχολείου του Πολυχρόνη να ξεκουραστεί. Εκεί την είδε ο Υδραίος Πολιτικός Δημήτριος Βούλγαρης, ο λεγόμενος «Τζουμπές», γνώρισε την  καταγωγή τής Λεμπέσαινας από τη φορεσιά της και τη ρώτησε αρβανίτικα τι ήθελε εκεί. Η μάνα του Χρόνη είπε το λόγο που την έφερε από το νησί της. Ο Βούλγαρης τότε της είπε πως ήξερε το γιό της γιατί ήταν υπόδειγμα στην τάξη. Στην ίδια τάξη φοιτούσε κι ο δικός του γιος, αλλά δεν ήταν καλός μαθητής σαν το δικό της. Γι’ αυτό της είπε πως αναλαμβάνει αυτός τη φροντίδα για τον Πολυχρόνη ώστε και ο γιος του να παρακινείται να διαβάζει. Της ζήτησε μονάχα να του φέρνει τα αγαπημένα του βρουβοβλάσταρα της Σαλαμίνας». Παύλος Νιρβάνας
[1] Βιβλιογραφία Α΄. Π. Νιρβάνα.
[2] Πινακοθήκη, ΙΓ, 1913-14, σ.12.
[3] Παναθήναια, 15-28 Φεβρουαρίου 1913, σ.192.
[4] Εικόνες, ιδέ παραδίπλα  την ετικέτα: Από το Λουκιανό στο Μποττιτσέλλι.
[5] Ιταλός επιχειρηματίας, αλλά και πολιτευτής, που δραστηριοποιήθηκε στην εξόρυξη των μετάλλων που βρίσκονταν στο Λαύριο και παρέμεινε σ΄αυτήν μέχρι το θάνατό του, η δε οικογένεια του πήρε την ελληνική ιθαγένεια.

 Ανήκουν στη Συλλογή Κουτλίδη
Παιδιά που κλέβουν μήλα 1884
Χωρική σε γαϊδουράκι 1888
Αγρόκτημα με γαλοπούλες 1891
•Σπίτια στο Πήλιο 1899.
•Ημίγυμνο Παιδί.
•Προσωπογραφία παιδιού.
•Προσωπογραφία κοριτσιού
 •Γυμνή γυναίκα.
Νεκρή φύση.
•Κορίτσι που ταΐζει περιστέρια, ενώ το κορίτσι με τα περιστέρια βρίσκεται στην Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο.
Νεκρή φύση ή Κυδώνια, ρόδα, μήλα.
Στρατιώτης
•Προσωπογραφία γριάς
Φερδινάνδος Σερπιέρης

     ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
   Το παιδί με τα κουνέλια
     Παππάς
      Γυμνό
     ΔΙΑΦΟΡΕΣ  ΣΥΛΛΟΓΕΣ
     Κυρία Ιατρού 1882
       Κεφαλή Χριστού 1883
       Το ναυτόπουλο     1884
     Γριά Σούρμπαινα 1898
       Γέρος Σούρμπος ή Παπασωτηρίου 1898
       Μαρία Δραγούμη
      Αυτοπροσωπογραφία
       Αλητόπαιδο (Τελλόγλειο Ίδρυμα Θεσσαλονίκης).

Ο επιχειρηματίας (Μικρασιατικής καταγωγής-Πτερούντα Λέσβου) Ευριπίδης Κουτλίδης (1890-1974) συγκρότησε μία από τις πλουσιότερες ιδιωτικές συλλογές (1.419 πίνακες, σχέδια και γλυπτά ). Διετέλεσε μέλος (όχι πρόεδρος, όπως κάποτε και ο Λεμπέσης) του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης στην οποία κληροδότησε και όλη την περιουσία του συμπεριλαμβανομένης και της Συλλογής του.