Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ-Τραγικότητα και Μύθος.


Η κοιμωμένη 1878 ( Σοφία Αφεντάκη-
Α΄Νεκροταφείο Αθηνών).





ΤΟ ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ του Γιαννούλη Χαλεπά.





Ο Καίσαρ Λομπρόζο θεωρούσε την φρενοπάθεια ως αιτία της μεγαλοφυΐας και όχι ως αποτέλεσμα της δημιουργικότητας και της έντασης της πνευματικής εργασίας.
 Ο Νίτσε, που στα είκοσι πέντε του χρόνια κλήθηκε να διδάξει ως τακτικός καθηγητής της κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, πριν ακόμα αναγορευθεί διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, όταν είδε να μαστιγώνουν ένα άλογο συγκλονίστηκε· ανασήκωσε ψηλά τα χέρια του, διαμαρτυρήθηκε ολοφυρόμενος, έτρεξε και το χάιδεψε, περιέπτυξε με λατρεία το λαιμό τού αλόγου, αφήνοντας άφωνους τους παρισταμένους, και αυτοστιγμεί κατέρρευσε ολοκληρωτικά.◄Ιδού ο άνθρωπος (Ecce homo, 1888).Έκτοτε δεν συνήλθε ποτέ από την παράνοια.►ο άνθρωπος είναι μια λεπτή χορδή τεντωμένη ανάμεσα στο ζώο και στον υπεράνθρωπο κατά Νίτσε. Αυτά συνέβησαν το 1889 στο Τορίνο, όπου είχε πάει για θεραπεία, για να βελτιώσει την περιορισμένη έως τότε όρασή του(αργότερα δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου) και να θεραπεύσει τους πόνους του στομαχιού του που δεν δέχονταν ούτε ακόμα ένα μέτρια βρασμένο τσάι.*
Ένα χρόνο πριν το 1888 ο Γιαννούλης Χαλεπάς εισάγεται στο φρενοκομείο της Κέρκυρας, αφήνοντας ημιτελές το έργο του► Η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της, όπου παραμένει δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια μέχρι το 1902, χωρίς να τον επισκεφθεί κανείς. Θεραπευμένος, όσο μπορεί να είναι κανείς θεραπευμένος σε τέτοιες περιπτώσεις, επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι στους Πύργους της Τήνου. Σ΄ όλες τις πράξεις αυτής της τραγωδίας, που ξετυλίγεται με την ορμή χιονοστιβάδας, τούτος ο ερημίτης στυλώνεται κατάμονος κάτω από τον θυελλώδη ουρανό της μοίρας του.
 Το 1905 τον επισκέπτεται ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος που τον βρίσκει να βόσκει τα πρόβατά του, ζώντας με τη μητέρα του σε συνθήκες ανέχειας, χωρίς να συναναστρέφεται κανέναν. Η μητέρα του καθημερινά θυμιατίζει το σπίτι και του καταστρέφει κάπου-κάπου τα δημιουργήματά του θεωρώντας τα ως αιτία της πάθησής του. Με τις είκοσι πέντε δραχμές που του στέλνει κάθε μήνα ο παιδικός του φίλος τραπεζίτης Γεώργιος Μαρίνος ο Χαλεπάς κατόρθωσε σιγά-σιγά ν΄αποκτήσει δέκα πρόβατα και τα βόσκει μοναχός του στην εξοχή, τ΄αρμέγει, τα κουρεύει, τα σαλαγάει, τα χαίρεται!.. τα έχει δώσει κι΄ονόματα: Μαριγώ, Μαρία, Ειρήνη…
ΜΙΑ πλειάδα ανθρώπων από τους καλλιτεχνικούς, δημοσιογραφικούς και πνευματικούς κύκλους τον επισκέπτεται στην Τήνο. Σταχυολογώ ορισμένα αποσπάσματα από τις εφημερίδες της εποχής.
- Όταν η άμοιρη και πονεμένη μάνα του θελήσει να πουλήσει κανένα από τα λίγα πρόβατα, που βόσκει ο «μπαρμπα-Γιαννούλης», του το κρύβουν, δεν του το λένε, του λένε πως χάθηκε. Και τότε αρχίζει η μεγάλη τραγωδία: γυρίζει, τρέχει αποδώ κι απεκεί μες στις βοσκές του Πανόρμου, φωνάζει άλλοτε Μαριγώ, άλλοτε Ειρήνη.. κλαίει για τον καλό του σύντροφο, για το προβατάκι που έχασε, και μόνο ο αντίλαλος τού μοιρολογιού ακούγεται μακριά…μές΄από τις βαθιές χαράδρες κι από τα χορταριασμένα βράχια του ωραίου νησιού.Περ. Ελλάς, 2 Φεβρουαρίου 1914, Αντώνιος Σώχος.
- ΗΤΑΝ ΤΟΤΕ, που τον είδα στον Πύργο, 74 ετών. Κοιμόταν στο σπίτι εκείνο κατάμονος. Το πρωί τον έβλεπαν οι χωρικοί ν΄ανεβαίνει γρήγορα την απότομη πλαγιά που οδηγεί στο Μπερναντάτο, μικροσκοπικό χωριό. Εκεί τον περίμεναν τα δέκα του πρόβατα. Είχε τόσα. Τον εγνώριζαν, τον περίμεναν, εσπρώχνονταν ευτυχισμένα κοντά του. Στην Τήνο τα πρόβατα δεν έχουν βοσκό και το μικρό αυτό κοπάδι είχε την τύχη να τον βλέπει κάθε μέρα. Το χωριό δεν εννοούσε να τον λογαριάσει με τους ζωντανούς. Έτσι ο ψηλός γέρος με το μεγάλο μέτωπο, την εκφραστική φαλάκρα, χωρικός του Πύργου και πάντα ξένος του χωριού και ξένος του κόσμου, ξαναγύριζε κάθε μέρα στο υπόγειό του εκτελώντας σαν κάποια αμείλικτη προσταγή την εργασία του. Εφ.Ελεύθερον Βήμα, 18 Σεπτεμβρίου 1938, Ζαχαρίας Παπαντωνίου.

-Κάποτε επήγε να τον δει ο μουσικός Ριάδης.
-Ήρθα να σε δω, του είπε, γιατί σε θαυμάζω και σε αγαπώ. Μου φαίνεται σαν ψέμα.
-Και δεν είναι, τάχα, αλήθεια;
-΄Ελα μαζί μου στη Θεσσαλονίκη, του λέει ο μουσικός. Εκεί θα δεις τον Όλυμπο.
Ο Γολγοθάς είναι ψηλότερος, απαντά. Κι έπειτα: Ξέρω άλλα ψηλότερα βουνά, είπε. Και πάλι έπεσε στη σιωπή του. Περ. Νεοελληνικά Γράμματα, 24 Σεπτεμβρίου 1938, Ηλίας Βενέζης.
Μετά το θάνατο της μητέρας του η ανιψιά του Ειρήνη Χαλεπά τον φέρνει το 1930 στην Αθήνα, Δαφνομήλη 35 στο Λυκαβηττό. Κατέβηκαν το περασμένο Σάββατο από τον Πύργο στα Υστέρνια, μπήκαν στην «Έλενα Μ.»και την Κυριακή το πρωί έφθασαν στον Πειραιά.
Όταν περνούσαν με το αυτοκίνητο από τη λεωφόρο Συγγρού, οι ανεψιοί του τού έδειξαν την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα. Ο Γιαννούλης αμέσως ανετινάχθη από τη θέση του, στύλωσε τα μάτια προς τους ιερούς βράχους και τ΄αθάνατα μνημεία, έβγαλε το πλατύγυρο καπέλο του, τον παλαιό και αχώριστο σύντροφο και στάθηκε σαν σε προσοχή. Καθ΄όλον το διάστημα της διαδρομής μπροστά από τον Παρθενώνα έμεινε ασκεπής!
* Χρήσιμα βιβλία: Φρειδερίκος Νίτσε του Στέφαν Τσβάϊχ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: