Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Αθλητισμός -Κίνηση και ορμή για διάκριση

Κολάζ. Κίνηση και ορμή για διάκριση
  Στην ιδιαίτερη χαρά που νιώθουμε με τις κινήσεις μας πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες του αθλητισμού που είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο τόσο καθολικό και παλαιό όσο η μουσική, η θρησκεία και το δίκαιο. Όταν ο Πλάτων βρίσκει την καταγωγή της γυμναστικής και του χορού  στην έμφυτη διάθεση των παιδιών για σκίρτημα και πήδημα δεν εννοεί βέβαια πως μόνο τα ελληνόπουλα χοροπηδούσαν. Με το ν΄αναρωτιόμαστε, αν ο αθλητισμός είναι ένα τυπικό ελληνικό φαινόμενο ή όχι δεν αντιμετωπίζουμε σωστά το θέμα.


Πρέπει να θεωρήσουμε τον αθλητισμό ως ένα καθολικό ανθρώπινο φαινόμενο και από εκεί και πέρα να εξετάσουμε την έκταση και την ποιότητα και την βαρύτητα του φαινομένου μέσα στα πλαίσια του συγκεκριμένου πολιτισμού και να αναζητήσουμε τη σχέση και τις αλληλοεπιδράσεις με τις άλλες εκδηλώσεις πολιτισμού, τη θρησκεία, την ηθική την τέχνη, τα γράμματα, τη φιλοσοφία. Έτσι παρά την κατάργηση της μονομαχίας από το Μέγα Κωνσταντίνο το 336 μ.Χ. ο αθλητισμός φυτοζώησε πολλούς αιώνες μέσα στους βυζαντινούς ιπποδρόμους και στα ιπποτικά κονταροχτυπήματα. Η κατάργηση δε των Ολυμπιακών αγώνων από το Θεοδόσιο το 392 μ.Χ. διατήρησε την κατάσταση των αλγεινών και επικινδύνων αγωνισμάτων.

***

Στην αρχαία Ελλάδα η άθληση στις απαρχές της απέβλεπε στην προπαρασκευή πολεμιστών που απαιτούσε σωματική ευεξία και συνδυάστηκε με την υγεία, την ομορφιά, την διασκέδαση, τον έμφυτο ανταγωνισμό, την ανδρεία και με την ιδέα ακόμα της καλλιγένειας, της άποψης πως δύο σώματα σφριγηλά και ωραία θα είχαν αναγκαστικά ανάλογους απογόνους.

Το σημαντικότερο όμως γεγονός ήταν οι νεκρικοί αγώνες που αποτέλεσαν τον πυρήνα για την καθιέρωση από το 776 π.Χ. των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων δηλ. τρεις αιώνες περίπου μετά τους νεκρικούς αγώνες προς τιμή του Πατρόκλου και του Αχιλλέα, όπως αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Την επισημότητα των αγώνων αυτών που τους παρακολουθούσε πλήθος κόσμου και ιδίως την απονομή επάθλων την συναντούμε σήμερα και στους σύγχρονους Ολυμπιακούς αγώνες.

Η περισυλλογή των νεκρών απαιτούσε αναγκαστικά ένα είδος εκεχειρίας για τις αντιμαχόμενες πλευρές και η καύση των νεκρών διαρκούσε εννιά ημέρες (εννήμαρ), όσο και μια άριστη φιλοξενία. Η καθιέρωση των νεκρικών αγώνων, που δε είχαν τελετουργικό χαρακτήρα, αλλά αποσκοπούσαν στην απόδοση τιμών και στη διατήρηση μνήμης είχε σημαντική απήχηση στις συνειδήσεις όλων και έδωσε στον αθλητισμό χαρακτήρα βαθύτατα φιλειρηνικό.

Οκτώ αιώνες αργότερα ο Λουκιανός στο σύγγραμμά του «Ανάχαρσις ή Περί γυμνασίων» (κλικ) αναφέρει, επαναλαμβάνοντας κατά κάποιο τρόπο τον Θουκυδίδη, δια στόματος Σόλωνος, ότι ασφαλή τείχη της πόλεως δεν θεωρούμε στη Αθήνα τα οικοδομήματα, αλλά τα γυμνασμένα σώματα. Ως τα τέλη του 5ου αιώνα, με λίγες εξαιρέσεις, μονάχα οι αθλητές είχαν το δικαίωμα να στήσουν ανδριάντα. Ζωγραφική και αγγειογραφία από τον αθλητισμό αντλούσαν θέματα και γνώσεις. Όποιος θέλει να εμβαθύνει στις εικαστικές τέχνες πρέπει να γνωρίσει σε βάθος το φαινόμενο του αθλητισμού.

 Τον 20 αιώνα η σημασία της φυσικής αγωγής και το αθλητικό πνεύμα γνωρίζει νέα άνθηση. Πρέπει κανείς να είναι εντελώς απληροφόρητος για να θεωρήσει τον αθλητισμό για «μόδα» που νεκραναστήθηκε.

Η επιδίωξη της διάκρισης, αλλά και της νίκης είναι πρώτιστος στόχος του αθλητισμού. Η νίκη, παρ όλη την έξοχη λάμψη της, είναι παιδί του χρόνου και δεν μπορεί ν΄ αποκτήσει από μόνη της διάρκεια. Ο χρόνος που τη γέννησε, θα την σβήσει κάποτε. Υπάρχει όμως κάτι που μπορεί να την σώσει από τη φθορά και την πτώση στο σκοτάδι: είναι η ποίηση. Πεθαίνουν οι ωραίες πράξεις, αν δεν τις υμνήσει κάποιος ποιητής.

Αναδημοσίευση από την εφημ. Volley-TimeIppiasvolley@gmail.com
Το λήμμα της Βικιπαίδειας:  Ανάχαρσις ή Περί γυμνασίων είναι δικής μου σύνταξης και ανάρτησης



Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Περί παίδων αγωγής

 Το κακομαθημένο παιδί
του  Jean-Baptiste Greuze 

      Μουσείο Ερμιτάζ


Κάντε κλικ στις μπλε σημάνσεις 
για να δείτε 
τα σημαινόμενα κείμενα.



  


‹‹ Ἀκούετε· ἰδοὺ ἐξῆλθεν ὁ σπείρων σπεῖραι καὶ ἐγένετο ἐν τῷ σπείρειν ὃ μὲν ἔπεσεν ἐπὶ τὴν ὁδόν, καὶ ἦλθον τὰ πετεινὰ καὶ κατέφαγεν αὐτό·Καὶ ἄλλο ἔπεσεν ἐπὶ τὸ πετρῶδες, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν, καὶ εὐθέως ἐξανέτειλε διὰ τὸ μὴ ἔχειν βάθος γῆς, ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος ἐκαυματίσθη, καὶ διὰ τὸ μὴ ἔχειν ῥίζαν ἐξηράνθη· καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὰς ἀκάνθας, καὶ ἀνέβησαν αἱ ἄκανθαι καὶ συνέπνιξαν αὐτό, καὶ καρπὸν οὐκ ἔδωκε· καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν καλήν καὶ ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ αὐξανόμενα, καὶ ἔφερεν ἓν τριάκοντα καὶ ἓν ἑξήκοντα καὶ ἓν ἑκατόν. καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. ›› Κατά  Μάρκον , κεφ. 4, 3-9

Την  παραβολή του καλού σπορέα (Tares) την συναντάμε και στα τρία συνοπτικά Ευαγγέλια: Κατά Ματθαίον,  κεφ. 13, 4-9 και Κατά Λουκάν, κεφ. η', 5-15. Πρόκειται για εσχατολογική  παραβολή  του Ιησού (ὅτι Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν)  που μπορούμε να τη συσχετίσουμε όμως με το  Περί παίδων αγωγής του  Πλουτάρχου  (45 -120 μ.X.). 

 Ο Πλούταρχος διαπιστώνει ότι για την τελείωση του ανθρώπου πρέπει να συνυπάρξουν η φύση, ο λόγος και το έθος δηλαδή η συνήθεια, γενικά το ήθος. Καλεί  το λόγο μάθηση, το έθος  άσκηση που υπάρχουν στη φύση του  ανθρώπου, η πρόοδος στη μάθηση,  η ορθή χρήση στη μελέτη και οι εκτροπές από αυτήν σε όλα. Και κατά τον Αριστοτέλη: τριν δεν παιδεία, φύσεως, μαθήσεως, σκήσεως.


 ‹‹ καθ’ ὃ δ’ ἂν λειφθῇ* τούτων, κατὰ τοῦτ’ ἀνάγκη χωλὴν γίγνεσθαι τὴν ἀρετήν. ἡ μὲν γὰρ φύσις ἄνευ μαθήσεως τυφλόν, ἡ δὲ μάθησις δίχα φύσεως ἐλλιπές, ἡ δ’ ἄσκησις χωρὶς ἀμφοῖν** ἀτελές. ὥσπερ δ’ ἐπὶ τῆς γεωργίας πρῶτον μὲν ἀγαθὴν ὑπάρξαι δεῖ τὴν γῆν, εἶτα δὲ τὸν φυτουργὸν ἐπιστήμονα, εἶτα τὰ σπέρματα σπουδαῖα, τὸν αὐτὸν τρόπον γῇ μὲν ἔοικεν ἡ φύσις, γεωργῷ δ’ ὁ παιδεύων, σπέρματι δ’ αἱ τῶν λόγων ὑποθῆκαι καὶ τὰ παραγγέλματα. ταῦτα πάντα διατεινάμενος ἂν εἴποιμ’ ὅτι συνῆλθε καὶ συνέπνευσεν εἰς τὰς τῶν παρ’ ἅπασιν ᾀδομένων ψυχάς, Πυθαγόρου καὶ Σωκράτους καὶ Πλάτωνος καὶ τῶν ὅσοι δόξης ἀειμνήστου τετυχήκασιν.››  (Περὶ παίδων ἀγωγῆς C.) 

Σ΄ όποιο από αυτά υστερήσει η φύση ( τα φυσικά χαρίσματα) χωρίς μάθηση είναι τυφλή, η μάθηση πάλι χωρίς φύση είναι ελλιπής και η άσκηση χωρίς αυτά τα δυο είναι ατελής. Όπως ακριβώς με τη γεωργία είναι ανάγκη κατά πρώτον να υπάρξει γόνιμη γη, έπειτα ειδήμων καλλιεργητής, έπειτα εξαίρετα σπέρματα κατά τον ίδιο τρόπο η μεν φύση (τα φυσικά χαρίσματα) μοιάζει με τη γη,  ο παιδαγωγός με το γεωργό και οι διδασκαλίες και τα παραγγέλματα με σπέρμα. Όλα αυτά θα μπορούσα να ισχυριστώ οτι συγκεντρώθηκαν και συνέπεσαν αρμονικά στις ψυχές των πολυθρύλητων απ΄όλους Πυθαγόρα, Σωκράτη και Πλάτωνα και όσων άλλων έχω γνωρίσει αιώνια δόξα.

* Το  λειφθῇ του ρήματος λείπομαι και και όχι του ρ. λαμβάνω με τη σημασία του υπολείπομαι, υστερώ σε κάτι, χρειάζεται κάτι παραπάνω.
*ἀμφοῖν γενική δυαδικού αριθμού= χωρίς και τα δυο, δηλ. τη φύση και τη μάθηση. Στον Όμηρο  συναντούμε το άμφω στην ονομαστική και την αιτιατική πτώση, ενώ στη αττική διάλεκτο έχουμε το αμφον  σε γενική και δοτική πτώση.

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Έκτορας και Ανδρομάχη στη ζωγραφική

Η Ανδρομάχη θρηνεί πάνω στον Έκτορα. Πίνακας
του Ζακ Λουί Νταβίντ στο Μουσείο του Λούβρου.
Από το τρωικό  ψηλά το κάστρο  η Ανδρομάχη στον
Έκτορα που κίναγε για τη μάχη φώναξε με  φωνή
φαρμακωμένη: Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει
στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει  σε  σύνθεση 
Μάνου Χατζηδάκη με τη θαυμάσια φωνή του
  Λάκη Παπά και στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη.  
Περισσότεροι από δεκαπέντε πίνακες   του  Γάλλου ζωγράφου Ζαν Λουί Νταβίντ, που αντλεί τα θέματά του από την αρχαιοελληνική μυθολογία και αρχαιοελληνική γραμματεία,  τον τρωικό κυρίως κύκλο και την ελληνική ιστορία, κοσμούν τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.

Από τους γνωστότερους ο θάνατος του Σωκράτη .[14] που εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης,  ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, η κηδεία του Πάτροκλου, ο έρωτας του Πάρη και της Ελένης,  ο Άρης αφοπλίζεται από την Αφροδίτη και τις Χάριτες, Et in Arcadaia ego (=Και  εγώ [ήμουν] στην Αρκαδίας) Δίας και Αντιόπη. Ανάμεσά τους και  η ελαιογραφία: Η Ανδρομάχη θρηνεί πάνω στον Έκτορα. Η θεματολογία του είναι εμπνευσμένη από την Ιλιάδα, Ραψωδία Ζ 389 και 441- 446.[7]** 


Πίνακας του Σεργκέι Ποστίνκοφ,
ιδιωτική συλλογή (1863).



Σ΄ έναν άλλο όμως πίνακα του Ρώσου ζωγράφου Σεργκέι Ποστίνκοφ (Postinkov) 
το  βάρος της σκηνής μετριάζεται από τα χαμόγελα που προκαλεί ο φόβος του Αστυάνακτα  για το κράνος του πατέρα του, όταν τους λέει αντίο πριν την μάχη με τον Αχιλλέα.


*Οι εικόνες  από τα κοινά ( commons)   του διαδικτύου που είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων είτε λόγω παρ;έλευσης 70s είτε γιατί οι δημιουργοί  ή κάτοχοι απεφάσισαν έτσι.
*Οι αναφορές  στη Βικιπαίδεια  και ιδιαίτερα η  σχετική ενότητα είναι δικές μου.
** (κλικ για ανακατεύθυνση).

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

ET IN ARCADIA EGO


Ομότιτλος πίνακας ζωγραφικής  1637 - 1638  τρίτης έκδοσης
(version) του Ζαν Ζακ Νταβίς που εκτίθεται στο Μουσείο του
 Λούβρου.  Πρόκειται για  μια εξιδανικευμένη σκηνή γύρω από
ένα λιτό τάφο όπου ο ένας από τους τρεις βοσκούς διαγράφει
το περίγραμμα με το δάχτυλό του, ο δεύτερος παρακολουθεί
εκστασιασμένος, ενώ ο τρίτος θαυμάζει μια κυρία ίσως αυτή
που μας τραγούδησε ο Ντέμις Ρούσος: My Lady of Arcadia. 
Ανάμεσα σε  αρκετά ανάγλυφα,  αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής που αντλούν τα θέματά τους από την αρχαιοελληνική μυθολογία, τα ομηρικά έπη αλλά και την ελληνική ιστορία, όπως ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες του Νταβίντ και η Σφαγή της Χίου[1]( κλικ στη μπλε σήμανση) του Ντελακρουά που εκτίθενται στο Μουσείο του Λούβρου, συγκαταλέγεται  και ο περίφημος πίνακας: Et in Arcadia ego. Η παράλειψη του ρήματος στην εν λόγω φράση, που προφανώς είναι ο παρατατικός  eram (ήμουν) του λατινικού ρήματος sum (= είμαι, υπάρχω), και ο αναγραμματισμός της που μας αποδίδει ακριβώς μια άλλη λατινική φράση: TENGO ARCANA DEI  (κρατώ τα μυστικά του θεού) κατέστησαν τη θεματολογία του αλληγορική και αμφίσημη.

Ο Γκουερτσίνο εμπνευσμένος από την ειδυλλιακή και ανέμελη ζωή μακριά από τις πόλεις όπως τις περιγράφει ο Θεόκριτος και από τα αρκαδικά τοπία  στις εκλογές του Βιργιλίου ( βιβλία VII και X) είναι ο πρώτος που  από το 1618-1622 δημιούργησε  πίνακα ζωγραφικής με δυο βοσκούς και με τίτλο οι βοσκοί της Αρκαδίας (Pastori del Arcadia) που βλέπουν ένα ανθρώπινο κρανίο σε παλιό τάφο όπου παράπλευρα αναγράφεται η φράση ET IN ARCADIA EGO που εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκης της Ρώμης (Antica).  Mιά προηγούμενη επεξεργασία    του  Ζαν Λουί Νταβίντ, μετά από ένα ανάγλυφό του,  πραγματοποιείται το 1627 με την ίδια επιγραφή και διαφορετική εικονογραφία.

Όλα τα παραπάνω συνετέλεσαν  ώστε ν΄ αναπτυχθεί το λογοτεχνικό και φιλοσοφικό κίνημα του Αρκαδισμού για να επαναπροσδιοριθεί η σχέση τους με την πραγματικότητα. Κάτω από την επιρροή της βασίλισσας Χριστίνας της Σουηδίας ιδρύεται στη Ρώμη το 1690 από ένα λογοτεχνικό κύκλο η Αρκαδική Ακαδημία με σκοπό να αποκλίνει η ποίηση από την άσχημη επίγευση του μπαρόκ και να στραφεί σε κλασικά μοντέλα. Το σύμβολο της Αρκαδικής Ακαδημίας αποτυπώνεται με τη σύριγγα[1] (κλικ στη μπλε σήμανση) του θεού Πάνα που περιβάλλεται από κλαδιά δάφνης.





* Ο πίνακας αναρτήθηκε από τα (Commons) κοινά του διαδικτύου που είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων..

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ

Λεπτομ. πίνακα  από την αποθέωση του Ομήρου
 (1827) του Ζαν  Ωγκίστ Ντομινίκ  Ενγκρ που,
 ανάμεσα στα 46 εικονιζόμενα πρόσωπα,συμπεριλαμβάνεται 
και ο Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ. Μουσείο τουΛούβρου
Ο Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ ήταν γραμματικός, αυτό που λέμε σήμερα γραμματοδιδάσκαλος, που έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου επί Πτολεμαίου του Φιλομήτορος (170 π.Χ.). Μαθητής του Αριστοφάνη του Βυζάντιου ερμήνευσε ιστορικά τα ομηρικά έπη τα οποία και χώρισε σε 24 ραψωδίες. Ασχολήθηκε επίσης με την  αποκατάσταση του  δακτυλικού εξαμέτρου λόγω παρεισφρήσεων άλλων λέξεων εξαιτίας πολλαπλών αντιγραφών  ή ακέφαλου δακτυλικού εξαμέτρου [10] (κλικ στην μπλε επισήμανση), όταν δηλαδή έλλειπε η πρώτη συλλαβή. Επίσης αποκατέστησε  και το μέτρο που η διάταξη του είναι -υυ, όπου υ άτονο* για την σωστή απόδοση της προσωδίας που δεν γνωρίζουμε σήμερα πως αποδίδονταν. Κατά το λεξικό Σουίδα κατέγραψε 800 σχόλια για τα έργα  του Πίνδαρου  και άλλων δραματικών. Επί βασιλείας Πτολεμαίου Ζ΄ του επονομαζόμενου Φύσκονος κατέφυγε στην Κύπρο, όπου και πέθανε σε προχωρημένη ηλικία από υδρωπικία.
*
-UU
Μακρό-βραχύ-βραχύ «Μνιν ἄειδε, θεά, Πηληιάδεω Ἀχιλῆος». 

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Θεοδώρα Πετραλείφα

Αγία Θεοδώρα της  Άρτας

Αὐτός γοῦν ὁ ὺπερτιμημένος καί θεοαγάπητος Δέσποτας Μιχαήλ, τόν καιρόν πού ὺπανδρεύθηκε τήν μακαρίαν καί ἀγιωτάτην ὁσίαν Θεοδώραν, τοῦ ἐφανερώθηκε ο Σατανάς καί τόν έβαλε εἰς πείραξη διαβολική νά χωρίση τήν ὁμόζυγον καί νά πάρη μία [άλλη] γυναίκα.  Χρονικό του Γαλαξειδίου.


Η  'Θεοδώρα Πετραλείφα  (; -1265) ήταν σύζυγος του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού  και ανακηρύχθηκε αγία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήταν κόρη του σεβαστοκράτορα Ιωάννη Πετραλείφα, άρχοντα της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Στην προσπάθειά του να επεκταθεί πέραν της  Άρτας παντρεύτηκε τη Θεοδώρα  Πετραλίφα, κόρη ισχυρής οικογένειας από την Καστοριά [1].  Μετά από σύντομη συμβίωση διώχτηκε από τον σύζυγό της και έγινε μοναχή. Ο Μιχαήλ για να εξιλεωθεί για την πράξη του έκτισε δύο ναούς, τον ναό της Παντάνασσας στη δεξιά όχθη του  στην τοποθεσία  Βλαχιόρου (ο οποίος σήμερα ονομάζεται ναός των Βλαχερνών) και τον ναό της Παναγίας που βρίσκεται κοντά στην Άρτα και σήμερα ονομάζεται Κάτω Παναγιά. Οι  Ηπειρώτες  τιμούν την Θεοδώρα και η μνήμη της γιορτάζεται στις 11 Μαρτίου.

[1] D.Nikol, The Despotates of Epiros.σ.214 (Οξφόρδη 1957)
*[http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%93%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CE%BF%CF%85 Χρονικό του Γαλαξιδιού]

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Λέων Τολστόι 1828-1910 - Επιλογή αποσπασμάτων από το έργο του...


ΕΛΕΦΑΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΓΗΣ, ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΙΠΑΝ, γιγάντια φυσιογνωμία μέσα στα παγκόσμια γράμματα και για το ρωσικό λαό βιβλικός οδηγός, μέγας κήρυκας του αγαθού κι΄ επιτιμητής του κακού. Ο οργισμένος λόγος του έπεφτε σαν κεραυνός επάνω στη διαφθαρμένη και δεσποτική παλιά Ρωσία. Η βαθιά δυσαρέσκεια κι΄οργή του για την κατάσταση του ρωσικού λαού, που φλόγιζε και αναστάτωνε επί μισό αιώνα τον τόπο του, όλα αυτά ήταν προάγγελοι της κρίσης που ερχόταν, ήταν μια ορμητική πνοή από την τρικυμία που πλησίαζε. Ο λόγος του προμηνούσε την τελική κάθαρση σ’αυτή τη δραματική καθυστερημένη, απέραντη και χαοτική δύναμη, που λέγονταν Αγία Ρωσία.
Ο Ντοστογιέφσκι βλέπει τον άνθρωπο στη σχέση του με τη μεταφυσική μοίρα, ο Τολστόϊ τον βλέπει σχετικά με τη γήινη μοίρα του και παρουσιάζει την ευρωπαϊζουσα όψη της Ρωσίας. Όλοι οι κριτικοί του αναγνωρίζουν πως για την πιστή κι΄άνετη απόδοση της πραγματικότητας δεν έχει τον όμοιό του στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς και σαν σύλληψη και σαν εκτέλεση είναι ένα αριστούργημα, που το κατατάσσουν στα μεγάλα δημιουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο ρεαλισμός του Τολστόϊ μέσα σ΄ αυτό φτάνει στη μεγαλύτερη τελειότητα.
Στο μαρτυρικό θάνατο του Ιβάν Ιλίτς αντιπαρατάσσεται η στάση των ανθρώπων που τον περιστοιχίζουν τις τελευταίες ημέρες. Όλη τους η στάση υπογραμμίζει τα κοινά τυπικά χαρακτηριστικά της ζωής τους, της ίδιας ζωής που έκανε κι΄ ο Ιβάν Ιλίτς ως την ημέρα που αρρώστησε. Η πρώτη σκέψη των συναδέλφων (δικαστικών) του πεθαμένου είναι οι πιθανές μεταβολές στην υπηρεσία τους και η αίσθηση ενός είδους χαράς, όπως συμβαίνει πάντα, που δεν ήταν εκείνοι στη θέση του. Όλοι σκέφτονται έτσι, μα κανένας δεν το λέει.  Ο Ιλίτς που πεθαίνει βρίσκει κάποια ανακούφιση μονάχα, όταν κουβεντιάζει με το μουζίκο υπηρέτη Γεράσιμο, τον μόνο άνθρωπο που λυπάται τον ετοιμοθάνατο. Ο Γεράσιμος δε λέει ψέματα, κι΄ έτσι δεν αναγκάζει τον Ιλίτς να λέει κι΄ αυτός. Η χαρά της ζωής, η δύναμη κι΄ η ομορφιά της καθρεπτίζονται στον απλό αυτό μουζίκο, που δεν προσποιείται τίποτα.
(...) διαρκώς (συνέχεια)  το ίδιο πράγμα. Πότε μια πνοή ελπίδας και πότε η απέραντη άβυσσος της απελπισίας. Το τελευταίο καιρό της μοναξιάς του, μιας μοναξιάς απέραντης που πιο απόλυτη δεν μπορούσε να βρεθεί μήτε σε στεριά, μήτε σε θάλασσα, ξαπλωμένος με το πρόσωπο στραμμένο προς τη ράχη του ντιβανιού, μόνος μέσα στην πολύβουη πόλη, μόνος ανάμεσα σε τόσους γνωστούς και φίλους, μόνος ανάμεσα στην οικογένεια του, ο Ιβάν Ιλίτς ζούσε μόνο αναπολώντας τα περασμένα. Οι εικόνες της περασμένης του ζωής ξαναζωντάνεψαν ή μια πίσω από την άλλη. Πάντα άρχιζε από την πρόσφατη εποχή και σιγά-σιγά βυθιζόταν στα παλιά, στα παιδικά του χρόνια. Εκεί σταματούσε. Αν ερχότανε στο μυαλό τού Ιβάν Ιλίτς η εικόνα της κομπόστας δαμάσκηνο που του σύσταιναν να τρώει τώρα ο νους του πετούσε στα ωμά, ρυτιδιασμένα δαμάσκηνα που έτρωγε παιδί ακόμα. Θυμόταν την εξαιρετική τους νοστιμάδα και τα σάλια που γέμιζε το στόμα του μόλις έφτανε στο κουκούτσι, και συνάμα η γεύση εκείνη γινόταν αφορμή να ξετυλιχτεί ολόκληρη αλυσίδα από αναμνήσεις εκείνης της εποχής. 'Υστερα από το γεύμα, κατά τις επτά το βράδυ, μπήκε στο δωμάτιο η Πρασκόβια Φιοντόροβνα. Φορούσε βραδυνή τουαλέτα (...)'Yστερα άρχισε να δικαιολογείται πως τάχα αυτή δεν ήθελε να πάει στο θέατρο, μα δεν γινόνταν αλλιώς, γιατί το θεωρείο ήταν κρατημένο πια. Ξαφνικά πρόβαλε στο δωμάτιο η κόρη του. Ήταν στολισμένη με μισόγυμνο το νεανικό της κορμί. Το δικό του κορμί του προξενούσε τόσα βάσανα. Ήταν γερή, δυνατή, ίσως ερωτευμένη και αγανακτούσε γι αυτή την αρρώστια, τον πόνο και το θάνατο που στέκονταν εμπόδιο στην ευτυχία της. Ναι, «τους βασανίζω, σκέφτηκε». Ήθελε να της πει ακόμα και«συγχώρα με» (prosti),  μα είπε: άστα να πάνε  (Propousti) και αναλογίσθηκε τότε που αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο και τούδωσε ο πατέρας του χρήματα για να φτιάξει  ό,τι  του χρειαζότανε, παράγγειλε τη στολή του στου Σάρμερ και κρέμασε στο μπρελόκ του ένα μετάλλιο με την επιγραφή «Respice  Finem»  (να  προβλέπεις το τέλος).

Ο Πάτερ Σέργιος

{Γύρω στα 1840, στην Πετρούπολη, συνέβη ένα περιστατικό που όσοι το μάθανε, έμειναν με το στόμα ανοιχτό: ένας πρίγκηπας, ένας ομορφάντρας, διοικητής της ίλης των σωματοφυλάκων στο σύνταγμα των θωρα-κοφόρων, που όλοι περιμένανε να προβιβασθεί από μέρα σε μέρα σε υπασπιστή του τσάρου και να κάνει μια λαμπρή σταδιοδρομία στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Νικολάου του Α΄, ένα μήνα πριν από το γάμο του, με μια καλονή, με μια δεσποινίδα της τιμής, που η αυτοκράτειρα τής είχε ιδιαίτερη αδυναμία, υπέβαλε ξαφνικά τη παραίτησή του, διέκοψε τον δεσμό  με τη μνηστή του, χάρισε το μικρό του χτήμα στην αδελφή του και πήγε σ΄ένα μοναστήρι με την πρόθεση να μείνει εκεί  και να καλογερέψει}.

Ήταν η έκτη χρονιά που ο πάτερ Σέργιος ζούσε μοναχός του κλεισμένος στο κελί του. Η ζωή του ήτανε δύσκολη. Όχι, πως τον δυσκόλευαν οι νηστείες  κι΄οι προσευχές - αυτά δεν του κάνανε πια κόπο· τον κούραζε όμως η ψυχική πάλη: η αμφιβολία κι΄ο σαρκικός πόθος.

   ...μα που οδηγεί αυτός ο δρόμος; ρώτησε η Μακόβνικα, η ζωντοχήρα, η όμορφη. Δώδεκα βέρστια από εδώ, είναι το Ταμπίνο, είπε ο δικηγόρος που φλερτάριζε τη Μακόβνικα. Εκεί που μένει  ο πατήρ Σέργιος; Στοίχημα! Αν διανυκτερεύσετε στο στο κελί του, χάνω ό,τι θέλετε.

 
(...) μα τι κάνετε λοιπόν και δεν ανοίγεται; Έγινα μούσκεμα. Ξεπάγιασα Αφού σας λέω πως έχασα το δρόμο μου… Εσείς σκέφτεστε τη σωτηρία της ψυχής σας κι΄ εγώ τουρτουρίζω.Τράβηξε τη πόρτα προς το μέρος του, σήκωσε το μάνταλο και χωρίς να υπολογίσει καλά, έσπρωξε την πόρτα προς τα έξω, τόσο δυνατά, που χτύπησε τη γυναίκα.
Αχ, με συγχωρείτε! Έκανε ο πάτερ Σέργιος αποχτώντας ξαφνικά τις παλιές του συνήθειες και τους τρόπους καλής συμπεριφοράς με τις κυρίες.
Περάστε, πρόφερε αυτός, παραμερίζοντας. Η δυνατή μυρωδιά του λεπτού της αρώματος, μια μυρωδιά που είχε χρόνια να αισθανθεί, του έκανε μεγάλη εντύπωση.

Όλη αυτήν την ώρα, ο Πάτερ Σέργιος στεκότανε μέσα στο καμαράκι του και προσευχότανε. Είχε ακούσει το φρού-φρού, την ώρα που έβγαλε το μεταξωτό φουστάνι της, την άκουσε να περπατάει ξυπόλητη, να τρίβει τα πόδια της.΄Ένιωθε πως παρασύρεται και γι ΄αυτό προσευχότανε χωρίς διακοπή. Την ίδια στιγμή, εκείνη του φώναξε: Μα ακούστε λοιπόν! Αυτό καταντάει απάνθρωπο. Μπορεί και να πεθάνω.
Ναι, θα πάω. Θα κάνω όπως έκανε κείνος ο πάτερ, που έβαλε το χέρι του πάνω της και το άλλο πάνω στη πυρωμένη σκάρα του τζακιού. Εδώ όμως δεν υπάρχει σκάρα… Κοίταξε γύρω του. Το βλέμμα του έπεσε στο καντήλι. Έβαλε το δάχτυλό του πάνω από τη φλόγα κι΄ έσμιξε τα φρύδια του, έτοιμος να υποφέρει. Για μια στιγμή είχε την εντύπωση πως δεν νοιώθει πόνο.

Για όνομα Θεού! Άχ ,ελάτε κοντά μου! Πεθαίνω!

Τώρα έρχομαι, πρόφερε αυτός. Κι΄ ανοίγοντας την πόρτα του, πέρασε από μπροστά της χωρίς να την κοιτάξει, άνοιξε την πόρτα που έβγαζε στο πρόδωμα, εκεί που έκοβε τα ξύλα. Βρήκε ψηλαφητά το κούτσουρο που έκοβε απάνω του τα ξύλα. Το τσεκούρι ήταν ακουμπισμένο πάνω στον τοίχο... Τώρα, τώρα, ξανάπε παίρνοντας το τσεκούρι με το δεξί του χέρι. Κι΄ακούμπησε τον δείχτη του αριστερού του χεριού πάνω στο κούτσουρο. Σήκωσε αμέσως το τσεκούρι ψηλά και το κατέβασε χτυπώντας λίγο παρακάτω από τη δεύτερη άρθρωση. Τύλιξε αμέσως το ακρωτηριασμένο του δάχτυλο με την άκρη του ράσου του και το ακούμπησε σφιχτά πάνω στο μερί του. Ξαναμπήκε τότε στην σπηλιά και σταματώντας απέναντι στην γυναίκα, χαμήλωσε τα μάτια του.
Η συνείδηση του Nikolay Ge.
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%B2%CE%AC%CE%BD_%CE%9A%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%83%CE%BA%CF%8C%CE%B9.]
Εκείνη πρόσεξε το χλωμό του πρόσωπο, το αριστερό του μάγουλο που έτρεμε, και ξαφνικά ένοιωσε ντροπή. Σηκώθηκε απότομα και, άρπαξε τη γούνα της, την έριξε απάνω της και τυλίχτηκε. Ξάφνου άκουσε κάτι σταλαγματιές που πέφτανε στο πάτωμα. Πρόσεξε καλύτερα κι΄ είδε το αίμα να τρέχει από το χέρι, νάχει μουσκέψει το ράσο και να σταλάζει στο πάτωμα. Πιο χλωμή κι΄ από τον ίδιο, γύρισε κοντά του και θέλησε να του μιλήσει. Αυτός όμως μπήκε αργά και ήρεμα στο καμαράκι, κλείνοντας την πόρτα από πίσω του.
Συγχωρέστέ με, είπε. Πως μπορώ να εξιλεωθώ για την αμαρτία μου! (...)  Η γυναίκα άρχισε να κλαίει με λυγμούς και βγήκε από το κελί. Μπήκε στην τρόϊκα και μέχρι το σπίτι δεν πρόφερε λέξη. Το περιστατικό με την Μακόβνικα διαδόθηκε γρήγορα παντού (νυχτερινή της επίσκεψη, η αλλαγή που έγινε απότομα μέσα της και το κλείσιμο της σε μοναστήρι). Από τότε κι΄ύστερα η φήμη του πάτερ Σέργιου συνεχώς μεγάλωνε. Άρχισαν να μαζεύονται όλο και περισσότεροι.....

Επίλογος από το βιβλίο Αφέντης και δούλος
1894-1895
Το χιόνι είχε σκεπάσει ολότελα το έλκηθρο, αλλά τα ξύλα με το μαντήλι φαίνονταν ακόμα. Ο Μουχόρτης χωμένος στο χιόνι ως την κοιλιά, με την κουρελού πεσμένη από πάνω του, στε-κόταν κάτασπρος σαν άγαλμα. Ο Νικήτας όμως ήταν ζωντα-νός, αν και ξεπαγιασμένος ως το κόκαλο. Όταν τον συνέ-φεραν, ήταν σίγουρος πως είχε πεθάνει και πως ξυπνούσε όχι πια σε τούτον τον κόσμο, αλλά στον άλλο. Όταν όμως άκουσε τους μουζίκους να φωνάζουν καθώς τον ξέθαβαν, κι΄είδε τον κοκαλιασμένο Βασίλη Αντριέϊτς που τον είχαν σηκώσει από πάνω του, απόρησε στην αρχή που και στον άλλο κόσμο οι μουζίκοι ξεφωνίζουν όπως και σε τούτον εδώ και τα κορμιά είναι τα ίδια. Ύστερα όμως κατάλαβε πως βρίσκεται ακόμα εδώ, και μάλλον λυπήθηκε αντί να χαρεί, προπάντων σαν ένοιωσε πως τα δάχτυλά και στα δύο του πόδια είχαν πάθει κρυοπαγήματα.

Ο Νικήτας έμεινε στο νοσοκομείο δύο μήνες. Του έκοψαν τρία δάχτυλα, τα άλλα όμως έγειαναν κι΄έτσι μπορούσε ξανά να δουλέψει. Έζησε άλλα είκοσι χρόνια-στη αρχή δουλεύοντας εργάτης και στα γεράματα κάνοντας το φύλακα. Πέθανε φέτος, στο σπίτι του, όπως το λαχταρούσε, κάτω από τα εικονίσματα, μ΄ένα αναμμένο κερί στα χέρια. Αποχαιρέτησε τα παιδιά και τα εγγόνια του και πέθανε ευχαριστημένος που έτσι ξαλάφρωνε το γιο και τη νύφη του από το βάρος του, κι΄ακόμα γιατί έφευγε πια για πάντα από τούτη τη βαρετή ζωή, για μιαν άλλα ζωή που χρόνο με το χρόνο κι΄ώρα με την ώρα του φαινόταν πιο κατανοητή κι΄ελκυστική. Νάναι τάχα καλύτερα ο Νικήτας εκεί όπου ξύπνησε ύστερα από το θάνατό του; Ν’ απογοητεύθηκε άραγε ή βρήκε εκείνο που περίμενε; Αυτό θα το μάθουμε σε λίγο όλοι μας.

Εισαγωγή από το βιβλίο Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η ανθρωπομυρμηγκιά παραμόρφωσε την όψη της γης, εκεί, στη μικρή έκταση που στριμώχτηκε, πλάκωσε με σωρούς ολάκερους από κοτρόνες το χώμα, έτσι που τίποτα πια να μη βλασταίνει πάνω του, ξερίζωσε κάθε χορταράκι που ξεπρόβαλε, έπνιξε την ατμόσφαιρα με τις αναθυμιάσεις του πετρελαίου και του κάρβουνου, έκοψε τα δένδρα, έδιωξε τα ζωντανά και τα πουλιά…
Μα η άνοιξη είναι πάντα άνοιξη, ακόμα και στην πόλη. Ο ήλιος άπλωνε τη ζεστασιά του. Αναζωογονημένο το χορτάρι φούντωνε, πρασινίζοντας παντού όπου δε ρημάχτηκε, όχι μονάχα στις πρασιές των λεωφόρων, μα κι΄ ανάμεσα στο λιθόστρατο των δρόμων. Οι σημύδες, οι λεύκες, οι αγριοκερασιές ανοίγανε τα υγρά, μοσκοβολάτα φύλλα τους, τα μπουμπούκια στις φλαμουριές φούσκουναν, έτοιμα να σκάσουν, οι κουρούνες, τα σπουργίτια, τα περιστέρια, χτίζανε, σαν κάθε άνοιξη, χαρούμενα τις φωλιές τους κι΄ οι μύγες ζεσταμένες απ΄ τον ήλιο βουϊζανε πάνω στους τοίχους. Φυτά, πουλιά, ζουζούνια, παιδιά, όλα αναγάλλιαζαν. Μα οι άνθρωποι, εκείνοι που΄χει το μυαλό τους πήξει, πασχίζανε αδιάκοπα να ξεγελάνε και να βασανίζουν ο ένας τον άλλον. Ούτε δίνανε καμιά σημασία σε τούτο τ ΄ανοιξιάτικο πρωινό, σ΄ όλη τούτη την ομορφιά της πλάσης που χαρίζει ο δημιουργός σ΄ όλα τα όντα για να είναι ευτυχισμένα –μια ομορφιά που τους καλούσε στην ειρήνη, την ομόνοια, την αγάπη. Εκείνα πούχαν αξία γι΄ αυτούς, ότι πιστεύανε σαν ιερά και όσια ,ήτανε τα όσα από μόνοι τους επινοήσανε για να καταδυναστεύουνε το συνάνθρωπο τους. Έτσι λοιπόν, στο γραφείο των φυλακών μιας επαρχιακής πρωτεύουσας, δε θεωρούσανε καθόλου σπουδαίο ή ιερό, την τρυφεράδα και τη χαρά της άνοιξης που δόθηκε σ΄ όλα τα πλάσματα. Αντίθετα, όλοι ήτανε απασχολημένοι μ΄ ένα πρωτοκολλημένο έγγραφο, με κεφαλίδα και σφραγίδα, που λάβανε χτες και που τους όριζε, ότι στις 28 Απριλίου και ώρα 9 π.μ. έπρεπε να παρουσιαστούν μπροστά στο δικαστήριο για να δικαστούνε, τρεις κρατούμενοι. 16 Δεκεμβρίου 1899

Από το 1885 ακόμα, ο νεαρός τότε Αλεξέϊ Μαξίμοβιτς Πεσκώφ -ο κατόπιν Μαξίμ Γκόρκυ- θεωρούσε το Λέοντα Τολστόϊ σαν έναν από τους ασπονδότερους εχθρούς της επίσημης εκκλησίας, της τσαρικής απολυταρχίας και της αυθαιρεσίας των γαιοκτημόνων, παρά το γεγονός που η τολστοϊκή ηθικο-θρησκευτική διδασκαλία, για τη μη αντίσταση στο κακό με τη βία, ήταν ξένη στη βάση της με την κοσμοθεωρία του Πεσκώφ. Αργότερα, όταν ο Γκόρκυ αρχίζει τη λογοτεχνική του δράση (1892), το ενδιαφέρον του γίνεται πιο έντονο για τον Τολστόϊ,που τον βλέπει πρώτα απ΄ όλα σαν έναν απαράμιλλο τεχνίτη του λόγου. Το έργο του θα μείνει στους αιώνες, σαν ένα μνημείο του επίμονου μόχθου που κατέβαλε η μεγαλοφυΐα του.