Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Τον ήρωα τον γνωρίζεις απ΄ την πτώση
και τον δειλό απ΄τ΄ανεβάσματα που δεν τού αξίζει.
Του πρώτου τ΄όνομα το ψιθυρίζει
στ΄αφτιά του λαού ένας άγνωστος με πλούσια γνώση.
Τ΄όνομα του άλλου το σαλπίζει
και με τα τύμπανα το διαφημίζει
στην αγορά ο εσμός των εργολάβων.
Παναγιώτης Κανελλόπουλος.


Ένα βράδυ, από κύματα ισχυρά νικημένος,
 και βλέποντας, ο γενναίος ερωτευμένος,
ότι, κυρίαρχο το πέλαγος, έπαιζε μαζί του,
μίλησε στα κύματα, και είπε η φωνή του:
Αφήστε με τώρα να σας διασχίσω
και φυλάξτε μου τον θάνατο, όταν γυρίσω.
Από τα είκοσι εννέα σονέτα του Μονταίν (Montaigne).
Απόδοση στα ελληνικά από τον Παν.Κανελλόπουλο.

ΠΕΡΙΜΕΝΑ

Περίμενα καιρό, πολύν καιρό.
Δεν είπα σε κανένα λέξη.
Δεν ήθελα κανένας να προσέξει,
ότι διψούσα κι ήθελα νερό.
Κι ήρθε από πάνου η εντολή να βρέξει.
Παν. Κανελλόπουλος

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατράχων στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν΄ανοίξει ο πικροπήγανος
Ν΄αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.
Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του  κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.
                                              Νίκος Γκάτσιος

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ
{ Η αναγγελία στον Φίλιππο Ε΄ της Μακεδονίας της ήττας του Αντιόχου Γ΄από τον Λεύκιο Κορνήλιο Σκιπίωνα (189) π.Χ. στη Μαγνησία κοντά στο όρος Σίπυλο της Μικράς Ασίας. Πέραν του νοήματος η έννοια της σχετικότητας (τίποτε δεν είναι απόλυτο) αποδίδεται από τον Καβάφη με τις λέξεις, σχεδόν, κυρίως, τουλάχιστον, διατείνεται}.
'Εχασε την παληά του ορμή, το θάρρος του.
Του κουρασμένου σώματός του, του άρρωστου
σχεδόν, θάχει κυρίως την φροντίδα. Κι ο επίλοιπος
βίος του θα διέλθει αμέριμνος. Αυτά ο Φίλιππος
τουλάχιστον διατείνεται. Απόψε κύβους παίζει,
έχει όρεξη να διασκεδάσει. Στο τραπέζι
βάλτε πολλά τριαντάφυλλα. Τι αν στην Μαγνησία
ο Αντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία
έπεσ΄επάνω στου λαμπρού στρατεύματος τα πλήθια.
Μπορεί να τα μεγάλωσαν, όλα δεν θα είναι αλήθεια.
Είθε. Γιατί αγκαλά* κ΄εχθρός, ήσανε μια φυλή.
Όμως ένα "είθε" είναι αρκετό, ίσως κιόλας πολύ.
Ο Φίλιππος την εορτή βέβαια δεν θ΄αναβάλει
Όσο κι αν στάθηκε του βίου του η κόπωσις μεγάλη,
ένα καλό διατήρησεν, η μνήμη διόλου δεν του λείπει.
Θυμάται πόσο στην Συρία θρήνησαν, τι είδος λύπη
είχαν, σαν έγινε σκουπίδι η μάνα των Μακεδονία.-
Ν΄αρχίσει το τραπέζι. Δούλοι, τους αυλούς, τη φωταψία.
* Παρωχημένος λογοτεχνικός τύπος = αν και
Κωνσταντίνος Καβάφης (1915)

Μιλώ...

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων
         στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα
          σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία
         ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια
        τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονταν στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους
        δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα
        κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλιωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα
          ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις
        υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρθ των
μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π΄αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του.
ΚΙ όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τούς φτύνανε και τούς σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π΄άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
Μανόλης Αναγνωστάκης

Φοβάμαι...
Φ ο β ά μ α ι  τους ανθρώπους
που επτά  χρόνια έκαναν πως δεν
είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία
πρωία  -μεσούντος κάποιου Ιουλίου -
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια
κραυγάζοντας, δώστε  τη χούντα
στο λαό;.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που με κατα-
λερωμένη τη φωλιά πασχίζουν τώρα να
βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου κλείναν
την πόρτα μη τυχόν και τους δώσεις  κου-
πόνια και τώρα τους βλέπεις  στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέ-
ρνες και τα σπάζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει  το
μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και  άποψη;.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρό-
μιο όταν σε συναντούσαν και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει δεν βαίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι,  φοβάμαι πολλούς ανθρώπους
Φέτος φοβήθηκα περισσότερο.
Μανόλης Αναγνωστάκης

ΟΣΤΡΑΚΑ

Απρόσμενες οι μνήμες στην ακτή
Όστρακα αρχέγονης θάλασσας

Αφήνεις τον ευατό σου μακριά
Μαζί με σύννεφα σκοτεινά
Φηλαφίζεις το Χάος που σ΄ απορροφά
Σε φόβους γυμνούς που τους κοιτάς
Καθώς ανήμπορος πέφτεις στο κενό

Σ΄ αυτήν την αβάσταχτη αξίωση
Να επιπλέεις στη γαλήνη
Αναζητάς τον παφλασμό στα βράχια
Ονειρεύεσαι την τρικυμία
Που θα σ΄αρπάξει
Εσένα τον κωπηλάτη του Οδυσσέα
Που δεν άκουσες ποτέ σου τις Σειρήνες
Που δεν ξεγέλασες ποτέ σου άνθρωπο
Γιατί εσύ ήσουν στ΄αλήθεια ο Κανένας
Κώστας ΠαπαθανασίουΕκμαγεία,
Θεσσαλονίκη  2011- Σαιξπηρικόν ISBN 978-960-9517-08-9


MAL DU DEPAΡΤ
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βαρδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.
Για το Μαδράς, τη Σιγκαπούρ, τ΄Αλγέρι και το Σφάξ
θ΄αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ΄ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιτικά βιλία.
Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα΄χω πια ξεχάσει,
κι η μάννα μου, χαρούμενη θα λέει σ΄όποιον ρωτά:
'Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει.
Μα ο ευατός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και το λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει∙
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπἠσει.
Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα στις μακρυνές Ινδίες,
θα΄χω έναν θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.
Συλλογή Μαραμπού 4η έκδοση 1990,  Νικός Καββαδίας

FATA MORGANA

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμνένο απ΄το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι αρραβωνιάζεται το φώς.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιό πικρός και πιό στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

....................................................................
Από τη Συλλογή Τραβέρσο,  Νίκος Καββαδίας

Η ζωή μας τ΄ είναι; Να ?
Λίγες ώρες που διαβαίνουν.
Μόνο η πρώτη μας γεννά
   κι όλες οι άλλες μας πεθαίνουν
.
ΑΘΑΝΑΣ

Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ
Για το γιατρό που πέθανεν,
ολίγοι στη κηδεία του.
Την έστειλε, για υποδοχή,
μπροστά την πελατεία του!
Μικέλης Άβλιχος

Δεν υπάρχουν σχόλια: